HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κορμάκι | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό της λέξης κορμί
  2. γυναικείο ρούχο, σε σχήμα ολόσωμου γυναικείου μαγιό, που φοριέται κυρίως στο χορό ή τη γυμναστική αλλά και σαν εσώρουχο
  3. ρούχο για μωρά που καλύπτει όλο το σώμα, τα χέρια και τα πόδια

Ισοδύναμα

English Leotard

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κορμάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course