Meaning of κορμάκι | Babel Free
Ορισμοί
- υποκοριστικό της λέξης κορμί
- γυναικείο ρούχο, σε σχήμα ολόσωμου γυναικείου μαγιό, που φοριέται κυρίως στο χορό ή τη γυμναστική αλλά και σαν εσώρουχο
- ρούχο για μωρά που καλύπτει όλο το σώμα, τα χέρια και τα πόδια
Ισοδύναμα
English
Leotard
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.