HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κορμάκι

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό της λέξης κορμί
  2. γυναικείο ρούχο, σε σχήμα ολόσωμου γυναικείου μαγιό, που φοριέται κυρίως στο χορό ή τη γυμναστική αλλά και σαν εσώρουχο
  3. ρούχο για μωρά που καλύπτει όλο το σώμα, τα χέρια και τα πόδια

Ισοδύναμα

EnglishLeotard
Españolleotardo
11 more languages

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κορμάκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free