Meaning of κοντάκι | Babel Free
Ορισμοί
το πίσω τμήμα ενός ντουφεκιού ή κυνηγετικού όπλου
Ισοδύναμα
English
stock
Παραδείγματα
“※ Ακούμπησε το δεξί μάγουλο στο κοντάκι του ντουφεκιού, έκλεισε το αριστερό μάτι του και σημάδεψε. (Τάκης Αδάμος Σύντροφοι [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.