Meaning of κομψός | Babel Free
/komˈpsos/Ορισμοί
- με επιμελημένη, καλόγουστη εμφάνιση κυρίως στο ντύσιμο
-
που χαρακτηρίζεται από καλαισθησία general
-
που συμβαίνει με έμμεσο και διακριτικό τρόπο, αποφεύγοντας να προκληθούν δυσάρεστες εντυπώσεις figuratively
-
κομψό ύφος: γλαφυρό και επιμελημένο, χωρίς πλατειασμούς figuratively
Παραδείγματα
“※ Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε. (⌘ Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκης, 2020)”
“Δεν ήθελα να την προσβάλω, της το είπα με κομψό τρόπο, απ' έξω απ' έξω.”
“η θεωρία έχει διατυπωθεί με μια πολύ κομψή εξίσωση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.