κομισάριος
Ορισμοί
- κομισάριος < (άμεσο δάνειο) ρωσική комиссар < γερμανική Kommissar < υστερολατινική commissarius < λατινική commissus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος committo < con- + mitto < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meyth₂- / *mith₂- (αλλάζω, αφαιρώ)
-
επίτροπος (στο ρωσικό κομμουνιστικό καθεστώς) dated
-
ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης familiar
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free