Σημασία του Κοζάκος | Babel Free
Ορισμοί
- μέλος (ή απόγονος) ενός αρχικά ημινομαδικού πληθυσμού της Ανατολικής Ευρώπης και περιοχών της Ασίας, που κατέληξε σε ομάδες φυγάδων στην τσαρική Ρωσία κ.α. και τελικά μέλος στρατιωτικού σώματος ή κάστας στη νότια Ρωσία και Ουκρανία
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κοζάκου)
Ισοδύναμα
العربية
قُوزَاق
BE
казак
BG
казак
DA
kosak
Deutsch
Kosak
English
Cossack
EO
kozako
Español
cosaco
ET
kasakas
FA
قزاق
Suomi
kasakka
Français
cosaque
हिन्दी
क़ज़ाक़
HU
kozák
HY
կազակ
Italiano
cosacco
日本語
コサック
KA
კაზაკი
KK
казак
한국어
카자크
KY
казак
LT
kazokas
LV
kazaks
MN
казак
Nederlands
kozak
Polski
kozak
Português
cossaco
RO
cazac
Svenska
kosack
TK
kazak
Türkçe
kazak
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.