Meaning of κλώνος | Babel Free
/ˈklo.nos/Ορισμοί
-
κλωνάρι, κλαδί formal
- ανδρικό επώνυμο
- ζώο ή άνθρωπος που έχει παραχθεί τεχνητά από έναν πρόγονο και του οποίου αποτελεί πανομοιότυπο αντίγραφο
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.