Meaning of κλύσμα | Babel Free
/ˈkli.zma/Ορισμοί
- πλύση εντέρων με υγρό που διοχετεύεται από τον πρωκτό
- συσκευή με την οποία πραγματοποιείται το κλύσμα
Ισοδύναμα
English
Enema
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.