Meaning of κλήμα | Babel Free
/ˈkli.ma/Ορισμοί
- το αμπέλι, η άμπελος, το φυτό που παράγει το σταφύλι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κλήμας
-
η περιφέρεια και το σύνολο των ιερωμένων ενός Πατριαρχείου ή μιας αυτοκέφαλης ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας figuratively
Ισοδύναμα
English
Grapevine
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.