Meaning of κινίνη | Babel Free
/ciˈni.ni/Ορισμοί
- κύριο φάρμακο κατά της ελονοσίας, υπαγόμενο στη κατηγορία των ανθελονοσιακών.
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κινίνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κινίνης accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.