Meaning of κιμωλία | Babel Free
/cimoˈlia/Ορισμοί
- λευκό, μαλακό και εύθριπτο ασβεστολιθικό πέτρωμα
- ένα κομμάτι από αυτό το πέτρωμα που χρησιμοποιείται για γράψιμο σε μαυροπίνακα
Ισοδύναμα
English
Chalk
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.