Meaning of κιμπάρης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
άρχοντας στους τρόπους, γαλαντόμος, ευγενής, με καλούς τρόπους, πολύ καθώς πρέπει, αξιοπρεπής, που κάνει τα οφειλόμενα ακόμα κι όταν του είναι δύσκολο, εντάξει στις υποσχέσεις και υποχρεώσεις του vulgar
Παραδείγματα
“※ Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο Θέμα, 17/11/2021 https://www.protothema.gr/life-style/article/1182784/hristos-kuriazis-ezise-san-gnisios-peiraiotis-efuge-prigipas/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.