HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κερασιά

Ουσιαστικό CEFR B1
ce.ɾaˈsça

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράσι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. φυλλοβόλο δέντρο, (ταξινομικό είδος Prunus avium), με ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται τόσο για το ξύλο όσο και για τους μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς, τα κεράσια
  3. γυναικείο όνομα
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  5. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κερασίας)

Ισοδύναμα

26 more languages
Bosanskitresen
Catalàcirerer
Češtinatřešeň
DeutschKirschbaum
Euskaragereziondo
Hrvatskitresen
Bahasa Indonesiasakura
Italianociliegio
日本語
Latinacerasus
Latviešuķirsis
Portuguêscerejeira
Românăcireș
Српскиtresen
Tiếng Việtanh đào

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κερασιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free