Meaning of κερασιά | Babel Free
/ce.ɾaˈsça/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράσι accusative, nominative, plural, vocative
- φυλλοβόλο δέντρο, (ταξινομικό είδος Prunus avium), με ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται τόσο για το ξύλο όσο και για τους μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς, τα κεράσια
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κερασίας)
Ισοδύναμα
English
Cherry
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.