HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κερασιά | Babel Free

Noun CEFR B1
/ce.ɾaˈsça/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράσι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. φυλλοβόλο δέντρο, (ταξινομικό είδος Prunus avium), με ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται τόσο για το ξύλο όσο και για τους μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς, τα κεράσια
  3. γυναικείο όνομα
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  5. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κερασίας)

Ισοδύναμα

English Cherry

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κερασιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course