Σημασία του κατσαρίδα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- έντομο (του γένους Blatta) με σκληρό και γυαλιστερό δέρμα μαύρου ή σκούρου καφέ χρώματος, λεπτές κεραίες στο μέγεθος περίπου του σώματος, που κινείται με μεγάλη ταχύτητα ή, ανάλογα με το είδος, πετά και ζει στις αποχετεύσεις, στα σπίτια και στις αυλές
Ισοδύναμα
English
Cockroach
Παραδείγματα
“※ Μία κατσαρίδα που τρέχει ανάμεσα στα αναψυκτικά, ένα τυρί με «εσάνς» μούχλας και ανάλογο χρώμα, ένα κουτί γάλα με ημερομηνία λήξης δύο εβδομάδες πριν, παρότι αγοράστηκε μόλις χθες… Και το δίλημμα είναι: καταγγέλλω το κατάστημα απ' όπου έκανα την αγορά ή απλώς πετάω το ακατάλληλο προϊόν και δεν μπαίνω καν στη διαδικασία; (εφ. Ελευθεροτυπία, 11.08.2010)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.