κατιφές
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- καλλωπιστικό μονοετές φυτό με πορτοκαλί ή κίτρινα άνθη
-
είδος βελούδου από μετάξι dated
Ισοδύναμα
15 more languages
Suomiisosamettikukka
日本語千寿菊
Maltiqronfol tat-Tork
Românăcrăiță
தமிழ்துலுக்கச்செவ்வந்தி
ไทยดาวเรือง
Tiếng Việtvạn thọ
中文萬壽菊
繁體中文萬壽菊
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free