Meaning of κατήφεια | Babel Free
/kaˈti.fi.a/Ορισμοί
η ψυχική κατάσταση κατά την οποία δεν έχουμε καλή διάθεση, δεν έχουμε κέφι
formal
Ισοδύναμα
English
Gloom
Παραδείγματα
“Μετά από την ήττα της ομάδας, η κατήφεια ήταν εμφανής στο πρόσωπο όλων των αθλητών.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.