Meaning of κατάτμηση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατέμνω
- κατατεμαχισμός
- οι αλλεπάλληλες κυτταρικές διαιρέσεις που γίνονται σ’ ένα γονιμοποιημένο ωάριο
- το φαινόμενο κατά το οποίο τα πετρώματα χωρίζονται σε κομμάτια κανονικά ή ακανόνιστα εξαιτίας φυσικών επιδράσεων.
- συνώνυμο του διαμέριση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“δείτε επίσης: Κατάτμηση δίσκου στην αγγλική Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.