Σημασία του κατάκλιση | Babel Free
kaˈta.kli.siΟρισμοί
- η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να τοποθετηθεί κάτω ξαπλωτά κάποιος ή κάτι
- το πλάγιασμα στο κρεβάτι, το ξάπλωμα
- η πληγή ή το έλκος που δημιουργείται στο δέρμα, σε περιοχές του σώματος που βρίσκονται σε διαρκή πίεση και τριβή όταν το άτομο μένει για μεγάλο διάστημα ακινητοποιημένο ή κατάκοιτο, οπότε διακόπτεται τοπικά η μικροκυκλοφορία του αίματος και νεκρώνεαι το δέρμα και οι γύρω ιστοί
- όρος για συγκεκριμένες στάσεις και ασκήσεις κατά τις οποίες το σώμα έρχεται σε επαφή με το δάπεδο
- πλαγίαση ενός σημείου, μίας ευθείας, καμπύλης ή ενός επιπέδου σε ένα από τα προβολικά του επίπεδα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- το καργάρισμα, δηλαδή το πλάγιασμα του πλοίου στη μία του πλευρά ώστε να γίνουν εργασίες στην άλλη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Είναι η ώρα της νυχτερινής κατάκλισης.”
“έκφραση: έλκος εκ κατακλίσεως”
“Το σώμα έρχεται σε επαφή με το δάπεδο είτε πλαγίως, στην πλάγια κατάκλιση, είτε σε ύπτια θέση (ανάσκελα) στη στάση της ύπτιας κατάκλισης, είτε σε πρηνή (μπρούμυτα) θέση στη στάση της πρηνούς κατάκλισης.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free