Meaning of καρπερός | Babel Free
/kaɾ.peˈɾos/Ορισμοί
- αυτός που δίνει πολλούς καρπούς
- ζώο ή άνθρωπος που γεννάει συχνά
Παραδείγματα
“καρπερό δέντρο”
“καρπερή γυναίκα”
“※ Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.