HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρα- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ka.ɾa/

Ορισμοί

  1. επιτατικό σε λέξεις κυρίως με αρνητικό, υβριστικό χαρακτήρα
  2. πρόθημα που δίνει τη σημασία του μαύρος (και σε λέξεις τουρκικής καταγωγής)

Παραδείγματα

“καρα- (kara-) + πουτάνα (poutána, “prostitute”) → καραπουτάνα (karapoutána)”
“καρα- (kara-) + γύφτος (gýftos, “gypsy”) → καράγυφτος (karágyftos)”
“καρα- (kara-) + μπογιά (bogiá, “paint”) → καραμπογιά (karampogiá, “black paint”)”
“καρα- (kara-) + κράζω (krázo, “to croak, to caw”) → καρακάξα (karakáxa, “magpie”)”
“καρά- (kará-) + γύφτος (gýftos, “gypsy”) → καράγυφτος (karágyftos)”
“καράβλαχος”
“καραπουτάνα”
“καραμπογιά”
“καραγκιόζης (μαυρομάτης)”
“καραμπουζουκλής”
“Καράγιωργας (και σε επώνυμα)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρα- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course