Meaning of καρδιο- | Babel Free
Ορισμοί
πρώτο συνθετικό που δηλώνει σχέση ή αναφορά στην καρδιά (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) με τον τρόπο ή τις ιδιότητες που ορίζει το δεύτερο συνθετικό
Παραδείγματα
“καρδιολόγος, καρδιοκατακτητής”
“καρδιόσχημος”
“καρδιαγγειακός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.