Meaning of καραβάνα | Babel Free
/ka.ɾaˈva.na/Ορισμοί
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καραβανάς accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- η γενική ονομασία για κάθε μεταλλικό σκεύος που έχει λαβή και χρησιμοποιείται σε συσσίτια
Παραδείγματα
“παλιά καραβάνα”
old hand
“※ Πήγε στην αποθήκη και χρεώθηκε στρώμα και καραβάνα. Την τέταρτη καραβάνα της φυλακής του. Τις άλλες τρεις τις είχε τρυπήσει. (Μάριος Χάκκας (1993) Αποφυλάκιση [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.