Meaning of καραβανάς | Babel Free
/ka.ɾa.vaˈnas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
έφεδρος στρατιώτης ή υπαξιωματικός που παρέμεινε σαν μόνιμος στο στράτευμα dated
-
γενική ενικού του καραβάνα genitive, singular
-
μόνιμο στέλεχος ανεξαρτήτως προελεύσεως και βαθμού (Αξιωματικός ή Υπαξιωματικός) με κακή νοοτροπία. offensive
Παραδείγματα
“(γενικότερα) κάθε μόνιμος στρατιωτικός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.