Meaning of καπλάνι | Babel Free
/kaˈpla.ni/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καπλάνις
-
είδος αιλουροειδούς, πιθανόν τίγρη ή λεοπάρδαλη. Ο όρος είναι περισσότερο αόριστος και μπορεί να περιγράφει διαφορετικό ζώο ανά περίπτωση. dated
Παραδείγματα
“※ Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο δάσος ένας τίγρης, ένα καπλάνι όπως το λένε στο νησί μας. (Άλκη Ζέη, Το καπλάνι της βιτρίνας, Αθήνα 1963)”
“※ 19ος/20ός αιώνας, Λορέντζος Μαβίλης, Νάλας και Νταμαγιάντη, Απόσπασμα από το ινδικό έπος «Μαχαμπχαράτα».”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.