Meaning of κανακάρης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- αγόρι χαϊδεμένο ή και κακομαθημένο, που του κάνουν όλα τα χατίρια
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κανακάρη)
Παραδείγματα
“※ Μαρέ γιε μου κανακάρη, / ποια γυναίκα θα σε πάρει, / ποια κυρά και ποια μαντόνα / θα σου πλένει τη σεντόνα; (δημοτικό νανούρισμα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.