HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κανακάρης | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. αγόρι χαϊδεμένο ή και κακομαθημένο, που του κάνουν όλα τα χατίρια
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κανακάρη)

Παραδείγματα

“※ Μαρέ γιε μου κανακάρη, / ποια γυναίκα θα σε πάρει, / ποια κυρά και ποια μαντόνα / θα σου πλένει τη σεντόνα; (δημοτικό νανούρισμα)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κανακάρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course