Meaning of κανέλα | Babel Free
/kaˈne.la/Ορισμοί
- μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα, απλοποιημένη γραφή του Κανέλλα
- αρωματικό που παράγεται από τη φλούδα του ομώνυμου δέντρου
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κανέλας)
Παραδείγματα
“ξύλο κανέλας”
stick of cinnamon
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.