HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κανέλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
kaˈne.la

Ορισμοί

  1. μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. γυναικείο όνομα, απλοποιημένη γραφή του Κανέλλα
  4. αρωματικό που παράγεται από τη φλούδα του ομώνυμου δέντρου
  5. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κανέλας)

Ισοδύναμα

Englishcinnamon
Españolcanela
19 more languages
Azərbaycan dilidarçın
Българскиканела
Ελληνικάκανελής
Suomikaneli
Magyarfahéj
Nederlandskaneel
Portuguêscanela
Русскийкорица
Slovenčinaškorica
Српскицимет
Svenskakanel
Türkçetarçın
Українськакоричневий

Παραδείγματα

“ξύλο κανέλας”

stick of cinnamon

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κανέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free