καμουφλάζ
Ορισμοί
η τεχνική της απόκρυψης ενός ανθρώπου ή αντικειμένου· συνίσταται στην κάλυψη του αντικειμένου με κλαδιά, φύλλα ή ύφασμα στα χρώματα του φυσικού περιβάλλοντος, ώστε να είναι δύσκολο να το διακρίνει κανείς από το τοπίο.
Ισοδύναμα
15 more languages
Παραδείγματα
“Οι στρατιώτες φορούσαν καμουφλάζ για να μη γίνονται αντιληπτοί.”
The soldiers wore camouflage so as not to be noticed.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free