Meaning of καμουφλάρω | Babel Free
/ka.muˈfla.ɾo/Ορισμοί
- καλύπτω κάτι με καμουφλάζ, με αποτέλεσμα να μην το βλέπουν ή να μην αντιλαμβάνονται τι ακριβώς είναι
-
συγκαλύπτω ή κρύβω κάτι με διάφορους τρόπους broadly
Παραδείγματα
“※ Ἡ εὐλόγως αὐστηρὰ ἐντολὴ τῶν ἀρχῶν ὅπως οἱ αὐτοκινιτισταὶ «καμουφλάρουν» τὰ φῶτα τῶν παντοειδῶν ὁχημάτων των. Από την εφημερίδα Ακρόπολις, 31 Οκτωβρίου 1940”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.