κουκουλώνω
Ορισμοί
-
καλύπτω κάτι με κουκούλα literally
- σκεπάζω ολοκληρωτικά κάποιον ή κάτι
-
συγκαλύπτω μια υπόθεση, ενεργώ ώστε να μην έρθουν στη δημοσιότητα στοιχεία επιβαρυντικά για τους υπεύθυνους figuratively
-
καταφέρνω με επιτήδειο τρόπο και παντρεύω κάποιον ή (αν πρόκειται για γυναίκα) παντρεύομαι με κάποιον figuratively
Ισοδύναμα
27 more languages
Azərbaycan diliört-basdır etmək
Bosanskidemfati
Danskskjule
فارسیسرپوش گذاشتن
Gaeilgecumhdaigh
Galegocamuflar
Hrvatskidemfati
Polskigłuszyćkamuflażkamuflowaćmaskowaćprzytłumiaćprzytłumićtuszowaćzagłuszaćzagłuszyćzakamuflowaćzatuszowaćzatuszowywać
Српскиdemfati
Tiếng Việtnguỵ trang
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free