HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καμίνια | Babel Free

Noun CEFR B1
/kaˈmi.ɲa/

Ορισμοί

  1. συνοικία του Πειραιά
  2. γυναικείο όνομα
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμίνι
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  5. ονομασία παραλιών της Ελλάδας

Παραδείγματα

“※ Κάτω στον Πειραιά / στα Καμίνια / φτώχεια καλή καρδιά / μα και γκρίνια (Μάτια βουρκωμένα, στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, εκτέλεση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ, 1966)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καμίνια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course