Meaning of καμίνια | Babel Free
/kaˈmi.ɲa/Ορισμοί
- συνοικία του Πειραιά
- γυναικείο όνομα
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμίνι accusative, nominative, plural, vocative
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ονομασία παραλιών της Ελλάδας
Παραδείγματα
“※ Κάτω στον Πειραιά / στα Καμίνια / φτώχεια καλή καρδιά / μα και γκρίνια (Μάτια βουρκωμένα, στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, εκτέλεση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ, 1966)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.