HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καμέλια

Ουσιαστικό CEFR B1
kaˈme.li.a

Ορισμοί

  1. καλλωπιστικό φυτό (Τάξη: Ερεικώδη (Ericales), Οικογένενεια: Θεοειδή) καθώς και (κατ’ επέκταση) το άνθος του φυτού αυτού
  2. γυναικείο όνομα

Ισοδύναμα

EnglishCamellia
Españolcamelia
17 more languages
Češtinakamélie
DeutschKamelie
Suomikamelia
日本語椿
ქართულიკამელია
Portuguêscamélia
Românăcamelie
Русскийкамелия
Svenskakamelia
Tiếng Việthoa chèhoa trà
繁體中文山茶茶花

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καμέλια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free