Σημασία του καλαμάκι | Babel Free
ka.laˈma.ciΟρισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- υποκοριστικό του καλάμι, μικρό καλάμι
- σωλήνας που χρησιμοποιείται για να ρουφήξουμε υγρό σε μικρές ποσότητες
-
ξύλινο λεπτό στέλεχος, μέσα από το οποίο περνιούνται μικρά κομμάτια κρέας για να ψηθούν idiomatic
-
το σουβλάκι που αποτελείται μόνο από κομμάτια κρέατος ψημένου broadly, idiomatic
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ένα καλαμάκι με ψωμί”
“μία πίτα καλαμάκι και μία με γύρο χωρίς τζατζίκι”
“(ειδικότερα) προάστιο της Αθήνας”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free