καλίκωση
Ορισμοί
υπόδηση, παπούτσια
Cretan
Παραδείγματα
“※ Εγώ θέλω να φορώ καλίκωση κάθε μέρα και να πηγαίνω και στην εκκλησία την Κυριακή καλικωμένη, επέμενε το Ρηνιώ, αδιάφορο για τις δυσκολίες της μάνας της να της εξασφαλίσει καινούρια ξυλοφελουκάκια, που φορούσαν τότε-όσα φορούσαν-τα μικρά παιδιά. (Ειρήνης Ταχατάκη, Πουλιέται, προδημοσίευση, Αγγελοπατημασιές στον Πάσπαρο, εφημερίδα Πατρίς, 03/01/2006, https://web.archive.org/web/20211121170124/https://archive.patris.gr/articles/76706)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free