Meaning of κακοτυχία | Babel Free
/ka.ko.tiˈçi.a/Ορισμοί
-
άλλη μορφή του κακοτυχία vulgar
- η άσχημη τύχη, το να συμβαίνουν σε κάποιον δυσάρεστα γεγονότα (που συχνά δεν μπορεί αυτός να ελέγχει)
- η εκδήλωση κάποιου δυσάρεστου γεγονότος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: ατυχία, δυστυχία, γκαντεμιά, γκίνια, γρουσουζιά”
“≠ αντώνυμα: γούρι, ευτυχία, καλοτυχία, ρέντα, τύχη”
“…κι έσκασε το λάστιχο! Τι κακοτυχία!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.