Meaning of κακάο | Babel Free
/kaˈka.o/Ορισμοί
- η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
- το ρόφημα που φτιάχνουμε με βασικό συστατικό την παραπάνω σκόνη
-
το κακαόδεντρο broadly
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Καθώς μειώνεται η παραγωγή κακάου, σε 20 χρόνια η σοκολάτα μπορεί να κοστίζει πάνω από 2.000 ευρώ το κιλό (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.