HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κακάο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/kaˈka.o/

Ορισμοί

  1. η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
  2. το ρόφημα που φτιάχνουμε με βασικό συστατικό την παραπάνω σκόνη
  3. το κακαόδεντρο
    broadly

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Καθώς μειώνεται η παραγωγή κακάου, σε 20 χρόνια η σοκολάτα μπορεί να κοστίζει πάνω από 2.000 ευρώ το κιλό (* εφημερίδα Το Βήμα)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κακάο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course