καθαριστή
Ορισμοί
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθαριστής
accusative, genitive, singular, vocative
Παραδείγματα
“Έδωσε τα ρούχα στον καθαριστή για στεγνό καθάρισμα.”
He gave the clothes to the cleaner for dry cleaning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free