Meaning of κίσσα | Babel Free
/ˈki.sa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- αποδημητικό πτηνό, του είδους Garrulus glandarius της οικογένειας των Κορακιδών, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής
Ισοδύναμα
English
Eurasian jay
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.