HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κίβδηλος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. νόμισμα, ιδιαίτερα μεταλλικό - κέρμα, που είναι προϊόν παραχάραξης, μη γνήσιο, πλαστό
  2. για οτιδήποτε παρουσιάζει εξωτερικά μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα ενώ στην πραγματικότητα στερείται αξίας
    figuratively

Ισοδύναμα

12 more languages

Παραδείγματα

“Οι λίρες που ήθελαν να μας πουλήσουν ήταν κίβδηλες.”
“Μπορεί να σου εμπνέει σεβασμό και σιγουριά, αλλά μην τον εμπιστεύεσαι. Είναι κίβδηλος άνθρωπος.”
“Τα ιδανικά τους ακούγονταν όμορφα κι ήταν ελκυστικά, αλλά αποδείχτηκαν στην πράξη κίβδηλα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κίβδηλος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free