κάθαρση
Ορισμοί
- η απαλλαγή από το μίασμα της αμαρτίας, που γίνεται συνήθως με τελετουργικό τρόπο
- ο εξαγνισμός, η λύτρωση από τη συναισθηματική ένταση που νιώθει ο θεατής ενός τραγικού έργου, όταν, με την λύση του δράματος, αποκαθίσταται η έννομη και η ηθική τάξη
- η θεραπεία μιας νοσηρής κατάστασης ψυχικού χαρακτήρα, κυρίως όταν ο ασθενής ανακαλεί στη μνήμη του το γεγονός που την προκάλεσε
Ισοδύναμα
27 more languages
Catalàpurificació
Danskkatarsis
Galegopurificación
Magyarkatarzis
한국어순화
Latinadeiectiodetractiofebruumlustratiomundansperpurganspurgatoriuspurificansrepurgatiosmecticustergens
Türkçearıklaşma
Παραδείγματα
“Η κάθαρση της ψυχής έρχεται μετά τη μετάνοια.”
The purification of the soul comes after repentance.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free