Meaning of απορρυπαντικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με την απορρύπανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
-
καθαρτικός, εξαγνιστικός dated
- απορρυπαντικό
Ισοδύναμα
English
Cleansing
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.