κάβα
Ορισμοί
- μέρος κατάλληλο για την αποθήκευση οινοπνευματωδών ποτών
- κατάστημα που πουλάει οινοπνευματώδη ποτά και μερικές φορές άλλα είδη όπως ξηρούς καρπούς κ.λπ.
-
το στοκ από οινοπνευματώδη ποτά που έχει κάποιος στην κατοχή του figuratively
- τα χρήματα που καταθέτει κάποιος χαρτοπαίχτης στην αρχή της χαρτοπαιξίας, ανταλλάσσοντάς τα με μάρκες
- αυτός που μοιράζει την τράπουλα
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةمُتَّجِر كُحُول
Bosanskimonopol
Ελληνικάκελάρι
Eestialkoholikauplus
Hrvatskimonopol
Српскиmonopol
Svenskasystembolag
Kiswahiliduka la pombe
Українськапідвальний
中文地窖
繁體中文地窖
Παραδείγματα
“Αγόρασε ένα καλό κρασί από την κάβα της γειτονιάς.”
He bought a good wine from the neighborhood liquor store.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free