HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ιώδιο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
iˈo.ði.o

Ορισμοί

  1. αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 53 και χημικό σύμβολο το I
  2. βάμμα ιωδίου: (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που υπάρχει συνήθως σε κουτί πρώτων βοηθειών

Ισοδύναμα

EnglishIodine
Españolyodo
12 more languages
Češtinajód
DeutschJod
Italianoiodio
日本語
Latinaiodium
Nederlandsjodiumjood
Portuguêsiodo
RomânăIod
Русскийиодйод
Türkçeiyot
Tiếng Việtiot

Παραδείγματα

“※ Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ιώδιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free