Meaning of ιτιά | Babel Free
/iˈtja/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- φυλλοβόλο δέντρο του γένους Salix με μακρόστενα φύλλα που φυτρώνει κυρίως κοντά σε ποτάμια ή λίμνες
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ετιά (λογοτεχνικό)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.