Σημασία του ισόκωλο | Babel Free
iˈso.ko.loΟρισμοί
ρητορικό σχήμα που χαρακτηρίζεται από την χρήση κώλων, ή ημιπεριόδων με ίσον αριθμό συλλαβών εντός μιας περιόδου
Παραδείγματα
“※ Ισόκωλο ή πάρισο λέμε ότι υπάρχει, όταν σε μία περίοδο πεζού λόγου διαπιστώνουμε αλλεπάλληλα ίσα κώλα (ημιπεριόδους ίσων περίπου συλλαβών). Με το σχήμα αυτό ο λόγος οδεύει ρυθμικά-πράγμα που προσελκύει καλύτερα την προσοχή του αναγνώστη ή του ακροατή. Το σχήμα αυτό εκμεταλεύεται με μεγάλη δεξιοτεχνία ο Γοργίας (βλ. Lesky, Ιστορ. Αρχ. Ελλ. Λογοτεχνίας, σ. 502). που προσπάθησε με πάρισα και ομοιοτέλευτα καθώς και με άλλα ηχητικά μέσα να σπάσει τα σύνορα ανάμεσα στον πεζό λόγο και την ποίηση. (Γεράσιμος Αν. Μαρκαντωνάτος. 1985. Επίτομο λεξικό λογοτεχνικών όρων σελ. 111 @anemi)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free