HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ινδόλη

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

αζωτούχα, αρωματική οργανική ένωση (C₈H₇N) με χαρακτηριστική οσμή, που απαντά τόσο φυσικά σε φυτά και ζωικούς ιστούς όσο και ως παραπροϊόν απόσταξης της ανθρακόπισσας, με χρήσεις στην αρωματοποιία και τη βιοχημεία

Ισοδύναμα

Englishindole
Españolindol
Françaisindole
11 more languages
العربيةإندول
DeutschIndol
Italianoindoleindolo
Қазақ тіліиндол
한국어인돌
Nederlandsindool
Portuguêsindolíndole
Românăindol
Русскийиндо́л

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ινδόλη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free