Meaning of ινδόλη | Babel Free
Ορισμοί
αζωτούχα, αρωματική οργανική ένωση (C₈H₇N) με χαρακτηριστική οσμή, που απαντά τόσο φυσικά σε φυτά και ζωικούς ιστούς όσο και ως παραπροϊόν απόσταξης της ανθρακόπισσας, με χρήσεις στην αρωματοποιία και τη βιοχημεία
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.