ικέτεψα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
Παραδείγματα
“Τον ικέτεψα να μη φύγει, αλλά δεν με άκουσε.”
I begged him not to leave, but he didn't listen to me.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free