ικέτεψε
Ορισμοί
Παραδείγματα
“Το παιδί ικέτεψε τη μητέρα του να μείνει λίγο ακόμα.”
The child begged his mother to stay a little longer.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free