Σημασία του ιζαφέτ | Babel Free
Ορισμοί
γραμματικό μόριο (-e / -ye, -i / -yi, -ı) που βρίσκεται σε ορισμένες ιρανικές γλώσσες, καθώς και σε γλώσσες με επιρροή από τα περσικά, όπως η τουρκική, που συνδέει δύο λέξεις μεταξύ τους (ουσιαστικό και επίθετο, ουσιαστικό και επίρρημα ή ουσιαστικό και άλλο ουσιαστικό) και δηλώνει κατοχή, προσδιορισμό κ.λπ.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Αυτοί οι συγγραφείς προσπαθούσαν να μιμηθούν ∆υτικά και κυρίως Γαλλικά λογοτεχνικά κείμενα και ήταν πεπεισμένοι ότι η Τουρκική Γλώσσα δε θα μπορούσε να αποτελέσει λογοτεχνικό εργαλείο χωρίς τη συνδρομή των Αραβικών και των Περσικών. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν αρκέστηκαν στις εκφράσεις με το ιζαφέτ που ήδη υπήρχαν αλλά κατασκεύασαν και καινούριες. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free