HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ιεράρχης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ieˈrarçis

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανώτατος κληρικός ή προϊστάμενος κληρικών μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας
  3. ένας από τους Τρεις Ιεράρχες (Mέγας Bασίλειος, Iωάννης Xρυσόστομος και Γρηγόριος Nαζιανζηνός)

Ισοδύναμα

Englishhierarch
Françaishiérarque
DeutschHierarch
6 more languages
Българскийерарх
Latinahierarcha
Polskihierarcha
Românăierarh
Русскийиерарх

Παραδείγματα

“οι Τρεις Ιεράρχες ― oi Treis Ierárches ― the Three Hierarchs are the three theologians Mέγας Bασίλειος (Basil of Caesarea), Iωάννης Xρυσόστομος (John Chrysostom) and Γρηγόριος Nαζιανζηνός (Gregory of Nazianus)”

(Eastern Orthodoxy) expression:

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ιεράρχης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free