Meaning of θησαυρίζω | Babel Free
/θi.saˈvɾi.zo/Ορισμοί
-
γίνομαι πλούσιος intransitive
- μαζεύω, συγκεντρώνω κάτι που θεωρείται πολύτιμο ή χρήσιμο
Παραδείγματα
“※ Μην έχοντας δημιουργήσει δική του οικογένεια, άφησε πεθαίνοντας το σύνολο της περιουσίας που τόσα χρόνια θησαύριζε σε εμάς, τα ανίψια του, τα παιδιά των ευεργετών-αδελφών του (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.