HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θησαυρίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/θi.saˈvɾi.zo/

Ορισμοί

  1. γίνομαι πλούσιος
    intransitive
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω κάτι που θεωρείται πολύτιμο ή χρήσιμο

Παραδείγματα

“※ Μην έχοντας δημιουργήσει δική του οικογένεια, άφησε πεθαίνοντας το σύνολο της περιουσίας που τόσα χρόνια θησαύριζε σε εμάς, τα ανίψια του, τα παιδιά των ευεργετών-αδελφών του (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θησαυρίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course