Meaning of θεϊστής | Babel Free
Ορισμοί
άτομο που πιστεύει σε θεό, θεούς ή θεία φύση (διότι πχ. πολλοί Βουδιστές δεν αποδέχονται κάποιο προσωπικό θεό, τέτοιες δοξασίες δεν αφορούν όμως μόνο τον Βουδισμό)
Παραδείγματα
“Ο θεϊστής δύσκολα αλλάζει ή απορρίπτει τον θεό του. Αντίθετα η κοινωνία μέσω της ανανέωσης των γενεών και της μετανάστευσης μεταβάλλει τις ποσοστώσεις των περί μεταφυσικής («περί» μεταφυσικής διότι υπάρχουν και άθρησκοι) πεποιθήσεων.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.